τελώνης

τελών-ης, ου, , (
A

τέλος 1.8

, ὠνέομαι) farmer or collector of tolls, customs, or taxes, Ar.Eq.248 (troch.), Aeschin.1.119, Herod.6.64, PCair.Zen.31.20 (iii B.C.), UPZ 113.8 (ii B.C.), Aristocl. ap. Eus.PE15.2, etc.: freq. with a sense of reproach, πάντες τελῶναι, πάντες εἰσὶν ἅρπαγες, of the Oropians, Xeno 1;

ἐφ' οἷς ἂν καὶ τελώνης σεμνυνθείη βάναυσος Plb.12.13.9

, cf. Gal. 8.587, 9.804; = Lat. publicanus, Ev.Matt.5.46, al.; πορνοβοσκοὶ καὶ τ. Asp.in EN102.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τελώνης — farmer masc nom sg τελωνέω to be a imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελώνης — ο, ΝΜΑ 1. (στην ΚΔ) άνθρωπος αμαρτωλός, άδικος και εκβιαστής («οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αυτὸ ποιοῡσι;», ΚΔ) 2. φρ. «η Κυριακή τού Τελώνη και τού Φαρισαίου» εκκλ. η πρώτη Κυριακή τού Τριωδίου, κατά την οποία αναγιγνώσκεται στους ναούς η ευαγγελική… …   Dictionary of Greek

  • τελώνης — [тэлонис] ουσ. а. таможенник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τελώνης — ο 1. οενοικιαστής των δημόσιων φόρων στην αρχαιότητα: Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου. 2. άνθρωπος εκβιαστής, άδικος, άρπαγας. 3. ο προϊστάμενος του τελωνείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τελῶνα — τελώνης farmer masc voc sg τελώνης farmer masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Телоны — (Τελώνης, τελώναι) в Древней Греции откупщики податей, которые в Афинах не собирались государством, а отдавались с аукциона на откуп частным лицам. Название Т. было общим, откупщики же по отдельным статьям государственных доходов носили… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • τελωνῶν — τελώνης farmer masc gen pl τελωνέω to be a pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελῶναι — τελώνης farmer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελώναις — τελώνης farmer masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελώνην — τελώνης farmer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τελώνου — τελώνης farmer masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.